μέτρησα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετρώ
Παραδείγματα
“Μέτρησα όλα τα χρήματα πριν τα καταθέσω.”
I counted all the money before depositing it.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free