HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μεταπτυχιακό | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/me.ta.pti.çi.aˈko/

Ορισμοί

  1. το δίπλωμα που αποκτάται μετά την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών σπουδών
  2. αιτιατική ενικού του μεταπτυχιακός
    accusative, singular

Ισοδύναμα

English master's degree

Παραδείγματα

“※ Τριάντα χρονών πια, με μεταπτυχιακό. Δηλαδή κουρελόχαρτο. Τη σχολή την είχε τελειώσει πριν από χρόνια με άριστα. Στη συνέχεια μεταπτυχιακό με τον καλύτερο καθηγητή. (Αλέξης Σταμάτης, Χαμαιλέοντες, (Αθήνα: Καστανιώτης), 2013. σελ. 270)”
“※ Πήρα το πτυχίο στα τέσσερα χρόνια και μετά μου έρχεται η φλασιά. Λέω, εντάξει, δυο χιλιάρικα τα 'χεις για τα δίδακτρα. Έψαξα, βρήκα ένα μεταπτυχιακό που να μου ταιριάζει, που να μπορώ να το φέρω εις πέρας. (Σοφία Νικολαΐδου, Το χρυσό βραχιόλι, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μεταπτυχιακό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course