Meaning of μεταπρατισμός | Babel Free
/me.ta.pɾa.tiˈzmos/Ορισμοί
η μέθοδος αγοράς σε χονδρική τιμή και πώλησης σε λιανική τιμή με σκοπό την απόκτηση κέρδους
neologism
Παραδείγματα
“※ Ο πολιτικός βίος της χώρας, από τα χρόνια του Όθωνα ώς σήμερα, είναι ασφυκτικά παγιδευμένος στον μεταπρατισμό, στην ξιπασμένη νεκροφόρα μίμηση της Δύσης. (Χρήστος Γιανναράς, Για την ελληνική διαφορά, Η Καθημερινή, 28 Ιουλίου 2019)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.