Meaning of μετανάστευση | Babel Free
/me.taˈna.stef.si/Ορισμοί
- η πράξη ή το αποτέλεσμα του μεταναστεύω
- η μετακίνηση από τη χώρα καταγωγής ή/και μόνιμης διαμονής σε άλλη, για εύρεση εργασίας ή άλλους λόγους
- η μετακίνηση ολόκληρης εθνοτικής ομάδας, φυλής ή λαού
- η μετακίνηση ζώων (πουλιών, ψαριών κ.λπ.) σε μακρινούς τόπους για διάφορους λόγους (αναπαραγωγής, ξεχειμωνιάσματος κ.λπ.)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η μετανάστευση των Δωριέων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.