HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μετανάστης | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/me.taˈna.stis/

Ορισμοί

  1. αυτός που μεταναστεύει, που αλλάζει τόπο διαμονής, συνήθως για να βρει δουλειά
  2. ανδρικό όνομα

Ισοδύναμα

English Immigrant Migrant

Παραδείγματα

“※ Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. («Μέλημά μου όσοι είναι στη σκιά, στα πίσω θρανία, στο περιθώριο», ΤΑ ΝΕΑ, 2024/03/04, https://www.tanea.gr/print/2024/03/04/interviews/melima-mou-osoi-einai-crsti-skia-sta-piso-thrania-sto-perithorio/)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μετανάστης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course