Meaning of μετανάστης | Babel Free
/me.taˈna.stis/Ορισμοί
- αυτός που μεταναστεύει, που αλλάζει τόπο διαμονής, συνήθως για να βρει δουλειά
- ανδρικό όνομα
Παραδείγματα
“※ Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. («Μέλημά μου όσοι είναι στη σκιά, στα πίσω θρανία, στο περιθώριο», ΤΑ ΝΕΑ, 2024/03/04, https://www.tanea.gr/print/2024/03/04/interviews/melima-mou-osoi-einai-crsti-skia-sta-piso-thrania-sto-perithorio/)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.