HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μεταγενέστερη | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγενέστερος
    accusative, feminine, nominative, singular, vocative
  2. η ελληνιστική κοινή περίοδος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Εννοείται το ουσιαστικό γλώσσα

Παραδείγματα

“άλλη μορφή: μεταγενεστέρα (καθαρεύουσα)”
“συντομογραφία: μτγν.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μεταγενέστερη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course