Meaning of μεταγενέστερη | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγενέστερος accusative, feminine, nominative, singular, vocative
- η ελληνιστική κοινή περίοδος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Εννοείται το ουσιαστικό γλώσσα
Παραδείγματα
“άλλη μορφή: μεταγενεστέρα (καθαρεύουσα)”
“συντομογραφία: μτγν.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.