HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μεταγενέστερος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

  1. αυτός που προέκυψε, δημιουργήθηκε, γεννήθηκε, έζησε, γράφτηκε, έδρασε κ.λπ. μετά από μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή η οποία είτε αναφέρεται ρητά ή θεωρείται ευκόλως εννοούμενη στο πλαίσιο των συμφραζομένων
  2. δείτε το θηλυκό → μεταγενεστέρα, μεταγενέστερη: συνώνυμο του ελληνιστική κοινή γλώσσα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ ...μαζί με μεταγενέστερο ταφικό παρεκκλήσι, κάτω από το δάπεδο του οποίου βρέθηκε νηπιακός λακκοειδής τάφος. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, τόμος 15, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001, σελ. 321)”
“ο Επίκτητος ήταν μεταγενέστερος του Ζήνωνα του Στωϊκού (γεννήθηκε πολύ αργότερα ή ανήκε απλώς στην επόμενη γενιά)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μεταγενέστερος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course