Σημασία του μεραρχία | Babel Free
me.ɾaɾˈçi.aΟρισμοί
μεγάλος αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός του στρατού ξηράς, που περιλαμβάνει μονάδες διαφόρων όπλων (πεζικό, τεθωρακισμένα κ.λπ.) με διοικητική αυτοτέλεια
Παραδείγματα
“Οδός Ογδόης Μεραρχίας (8th Division Street)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free