Meaning of μελάνωση | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μελανώνω
-
η παθολογική υπερβολική συγκένρωση μελανίνης στο δέρμα ή μαυρίσματος των ιστών especially
-
ασθένεια των φυτών κατά την οποία μαυρίζουν κάποια τμήματά τους especially
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: μελάνωμα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.