Meaning of μεζούρα | Babel Free
/meˈzu.ɾa/Ορισμοί
- είδος εύκαμπτου μέτρου που χρησιμοποιούν συνήθως οι ράφτες
- οποιοδήποτε δοχείο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σαν μονάδα
- ποσότητα μιας μεζούρας (2)
Ισοδύναμα
English
tape measure
Παραδείγματα
“χρησιμοποιούμε για μεζούρα ένα φλιτζανάκι του καφέ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.