μαχαίρωσες
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
Παραδείγματα
“Τον μαχαίρωσες στην πλάτη με τα λόγια σου.”
You stabbed him in the back with your words.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free