HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαστορικά | Babel Free

Noun CEFR B2
/ma.sto.ɾiˈka/

Ορισμοί

  1. η αμοιβή των μαστόρων
  2. η συνθηματική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους οι ομότεχνοι μάστορες είτε για να μην καταλαβαίνουν οι άλλοι τα μυστικά της δουλειάς τους είτε για αστεϊσμό -γλώσσες όπως τα κορακίστικα, τα ντόρτικα, τα κουδανίτικα κ.α.

Παραδείγματα

“Είπε ότι έχει να μου δώσει μπροστά μόνο για τις μπογιές κι ότι τα μαστορικά μπορεί μόνο λίγα-λίγα.”
“άλλες μορφές: μαστόρικα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαστορικά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course