μαστεκτομή
Ορισμοί
χειρουργική επέμβαση στο μαστό για εκτομή ιστών είτε για προληπτικούς λόγους είτε επειδή πολλά κύτταρά τους έχουν ήδη εξαλλαχθεί σε καρκινικά
Ισοδύναμα
11 more languages
বাংলাম্যাস্টেকটমি
Catalàmastectomia
Italianomastectomia
日本語乳房切除術
Македонскимастектомија
Polskimastektomia
Portuguêsmastectomia
Русскиймастэктоми́я
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free