Meaning of μασκάρεμα | Babel Free
Ορισμοί
- το να μασκαρεύεται κάποιος στις αποκριές, η μεταμφίεση στην αντίστοιχη γιορτή
- το να καλύπτεται κάτι με μάσκα υστερόβουλα ώστε να κρύβεται ή να μεταμφιέζεται σε κάτι διαφορετικό, συχνά (αλλά όχι πάντα) με στόχο την απάτη
- μασκαριλίκι, γελοιότητα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.