Meaning of μαρούλι | Babel Free
/maˈɾu.li/Ορισμοί
- ετήσιο, ποώδες λαχανικό γρήγορης ανάπτυξης - είδος: Λακτούκη η ήμερη (Lactuca sativa), της οικογένειας Compositae (Σύνθετα)
- οικισμός της Εύβοιας
- σαλάτα από το παραπάνω λαχανικό
Ισοδύναμα
English
Lettuce
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.