Meaning of μαξούλι | Babel Free
/maˈksu.li/Ορισμοί
- η παραγωγή της χρονιάς σε κάποιον καρπό, όπως ελιές, φρούτα, κ.λπ.
-
η καρποφορία σε όλους τους τομείς, τα γεννήματα figuratively
Παραδείγματα
“※ Ποιός θὰ μαζώξει φέτος το μαξούλι; ρωτοῦσαν ἀγκουσεμένοι οἱ χωριάτες. (Παντελής Πρεβελάκης, Ὁ Κρητικός. Ἡ πρώτη λευτεριά, 1949)”
“※ Τσ' αγάπης το μαξούλι (κρητικό τραγούδι) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.