HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μανουσάκι | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
    rare
  2. ανδρικό όνομα, χαϊδευτικό του Μανούσος
    rare
  3. ονομασία διαφόρων φυτών (Viola odorata, Νάρκισσος ο κυπελλοφόρος κ.ά.)

Παραδείγματα

“※ Μνιά φορά, τού Νερατζονικολί το Μανουσάκι, που κατέτε, οντε - v ήτονε μικιό, το πέψανε να βοσκήση τα πρόβατα πού' χανε (Μανώλης Γ. Πατεράκης, Αναστορήματα. Κρητικά λαογραφικά κείμενα, Αθήνα 1985, σ. 213)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μανουσάκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course