Meaning of μανουσάκι | Babel Free
Ορισμοί
-
γυναικείο επώνυμο rare
-
ανδρικό όνομα, χαϊδευτικό του Μανούσος rare
- ονομασία διαφόρων φυτών (Viola odorata, Νάρκισσος ο κυπελλοφόρος κ.ά.)
Παραδείγματα
“※ Μνιά φορά, τού Νερατζονικολί το Μανουσάκι, που κατέτε, οντε - v ήτονε μικιό, το πέψανε να βοσκήση τα πρόβατα πού' χανε (Μανώλης Γ. Πατεράκης, Αναστορήματα. Κρητικά λαογραφικά κείμενα, Αθήνα 1985, σ. 213)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.