Meaning of μαλαπέρδα | Babel Free
/[malaˈperða]/Ορισμοί
-
το πέος, ο φαλλός offensive, vulgar
-
διάφορα μακριά ή κυλινδρικά αντικείμενα που μοιάζουν στο σχήμα ή στο περίγραμμα με φαλλό^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) broadly
Παραδείγματα
“※ Έπρεπε να σ'είχα, μανάρι μου, τότε που με την μαλαπέρδα μου έσπαζα καρύδια, κι αν δεν έβλεπες τον Μωυσή λουστραδόρο, εμένα να μη με λέγανε Βασίλη ... Τώρα, τέτοια ώρα, τέτοια λόγια (Βασίλης Χατζηβασιλείου, Μια Κυριακή που την είπανε Τρίτη: μυθιστόρημα, Κέδρος, σ. 181)”
“※ Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.