Meaning of μαλαπέρδας | Babel Free
Ορισμοί
-
υποτιμητικός χαρακτηρισμός για κάποιο πρόσωπο () offensive
-
γενική ενικού του μαλαπέρδα genitive, singular
-
ανδρικό επώνυμο rare
Παραδείγματα
“※ Ρε κομπλέξα ανώνυμε Πες μας ποιος μαλαπέρδας είσαι, ποιος κλαψομούνης, που του κόψανε τα πρόμο (ε μα τέτοιος μαλάκας που ’σαι καλά σου κάνανε”
“(σχόλιο του ιστορικού της ελληνικής ροκ σκηνής Μανώλη Νταλούκα, όπως παρατίθεται στην ανάρτηση «νέοι γκαιμπελίσκοι εν όψει» του μουσικοκριτικού Φώντα Τρούσα στην ιστοσελίδα του Δισκορυχείον (21 Οκτωβρίου 2015)· πρόσβαση: 2020-06-22)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.