Meaning of μαγειρέψει | Babel Free
/ma.ʝiˈɾe.psi/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
- θα μαγειρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαγειρεύω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.