Meaning of μαγειρέψουν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
- θα μαγειρέψουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαγειρεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.