Meaning of μίτινγκ | Babel Free
/ˈmi.tiŋɡ/Ορισμοί
- επίσημη συνάντηση, συνήθως επαγγελματικού χαρακτήρα
- μεμονωμένοι αγώνες, συνήθως μόνο ενός αγωνίσματος
Παραδείγματα
“※ Τη Δευτέρα (17/8), ο 23χρονος αθλητής θα δώσει το «παρών» σε μίτινγκ στην πόλη Μιεντζιζντρόγιε της Πολωνίας («Σε μίτινγκ της Πολωνίας αύριο (17/8) ο Χρυσανθόπουλος», 16 Αυγούστου 2020, amna.gr https://www.amna.gr/sport/article/481102/Se-mitingk-tis-Polonias-aurio-178-o-Chrusanthopoulos)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.