Meaning of λόρδωση | Babel Free
/ˈloɾ.ðo.si/Ορισμοί
πάθηση της σπονδυλικής στήλης εξαιτίας της οποίας το άτομο γέρνει προς τα πίσω
Ισοδύναμα
English
Lordosis
Παραδείγματα
“※ Από τον τρόπο που τεντωνόταν υπέθεσα ότι θα έπρεπε να πάσχει από λόρδωση. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.