λυπήθηκε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
Παραδείγματα
“Λυπήθηκε πολύ όταν έμαθε τα νέα.”
He felt very sad when he heard the news.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free