Meaning of λυκοπένιο | Babel Free
Ορισμοί
οργανική ένωση με έντονη αντιοξειδωτική δράση, η οποία ανήκει στην κατηγορία των καροτενοειδών και προσδίδει το κόκκινο χρώμα σε φρούτα και λαχανικά
Ισοδύναμα
English
lycopene
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.