Meaning of Λυδία | Babel Free
/liˈði.a/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- αρχαία χώρα στη Μικρά Ασία, η κατά τον Όμηρο Μαιονία. Οι κάτοικοί της ονομάζονταν Λυδοί.
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- χωριό της Ελλάδας, στο νομό (περιφερειακή ενότητα) Καβάλας, κοντά στους αρχαίους Φιλίππους
- αρχαία περιοχή της Μικράς Ασίας
Ισοδύναμα
English
Lydia
Παραδείγματα
“Η πρώτη γυναίκα στην Ευρώπη που βαφτίστηκε χριστιανή ήταν η Λυδία από τους Φιλίππους της Μακεδονίας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.