Meaning of λούμπα | Babel Free
/ˈlu.ba/Ορισμοί
- λάκκος
- οικισμός της Αττικής
- γυναικείο όνομα
-
λάκκος σε συνεργείο αυτοκινήτων especially
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Λούμπας)
Παραδείγματα
“※ Λίγο ψηλότερα φτάσαμε σε μια μεγάλη λούμπα με στάσιμο νερό. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.