HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λούμπα | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈlu.ba/

Ορισμοί

  1. λάκκος
  2. οικισμός της Αττικής
  3. γυναικείο όνομα
  4. λάκκος σε συνεργείο αυτοκινήτων
    especially
  5. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Λούμπας)

Παραδείγματα

“※ Λίγο ψηλότερα φτάσαμε σε μια μεγάλη λούμπα με στάσιμο νερό. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λούμπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course