Meaning of λουκέτο | Babel Free
/luˈce.to/Ορισμοί
είδος κλειδαριάς με ημικυκλικό στέλεχος που αγκυρώνεται στο κυρίως σώμα με κλειδιά ή άλλο τρόπο, την οποία μπορούμε να μεταφέρουμε, για να ασφαλίσουμε διάφορα αντικείμενα
Ισοδύναμα
English
Padlock
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.