HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λινγκουίνι | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. είδος λεπτού μακρύ επίπεδου ζυμαρικού σε μορφή σπαγγέτι που διακρίνεται ανάλογα με το μέγεθός του σε μπαβέτι και τρενάτι
  2. πιάτο φαγητού φτιαγμένο με λινγκουίνι, χαρακτηριζόμενο ανάλογα από τον τρόπο μαγειρέματος ή από το είδος που τα συνοδεύουν

Ισοδύναμα

English linguine

Παραδείγματα

“Τα λιγκουίνια ανήκουν στα μακριά ζυμαρικά.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λινγκουίνι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course