Meaning of λινγκουίνι | Babel Free
Ορισμοί
- είδος λεπτού μακρύ επίπεδου ζυμαρικού σε μορφή σπαγγέτι που διακρίνεται ανάλογα με το μέγεθός του σε μπαβέτι και τρενάτι
- πιάτο φαγητού φτιαγμένο με λινγκουίνι, χαρακτηριζόμενο ανάλογα από τον τρόπο μαγειρέματος ή από το είδος που τα συνοδεύουν
Ισοδύναμα
English
linguine
Παραδείγματα
“Τα λιγκουίνια ανήκουν στα μακριά ζυμαρικά.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.