Meaning of λινγκουίνια | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινγκουίνι accusative, nominative, plural, vocative
- : πιάτο φαγητού χαρακτηριζόμενο ανάλογα από τον τρόπο μαγειρέματος ή από το είδος που τα συνοδεύουν.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.