Meaning of λιγοσύνη | Babel Free
Ορισμοί
λιτότητα, το να έχει κανείς μικρή ποσότητα
Παραδείγματα
“※ Λοιπόν τριγύριζα μέσα στη χώρα μου κι έβρισκα τόσο φυσική τη λιγοσύνη της (Οδυσσέας Ελύτης, Μικρός Ναυτίλος, 1985)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.