Meaning of λεξικοποίηση | Babel Free
Ορισμοί
η διαδικασία κατά την οποία ένα γλωσσικό σχήμα —όπως έκφραση ή συντομογραφία— παγιώνεται στη χρήση ως ενιαίο λεξικό στοιχείο με συγκεκριμένη σημασία, ανεξάρτητα από τη συντακτική του προέλευση
Παραδείγματα
“※ Για παράδειγμα, το ουσιαστικό «παιδίον» δημιουργήθηκε από την αρχαιοελληνική λέξη «παῖς» αρχικά ως εκφραστικό υποκορισμού, αλλά στην εξέλιξη της γλώσσας η υποχώρηση της λέξης-βάσης είχε ως αποτέλεσμα το άλλοτε υποκοριστικό να εκφράσει εν τέλει την πρωτότυπη έννοια μεταφερόμενο στη νεοελληνική ως «παιδί». Αυτή η διαδικασία αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως αποσημασιοποίηση (desemantisation) και λεξικοποίηση (lexicalization) των υποκοριστικών (βλ. Eloeva 1977) και έχει ως αποτέλεσμα λέξεις που θεωρούνται υποκοριστικά να μην υφίστανται πλέον ως τέτοια στο σύστημα μιας γλώσσας. (Διονύσης Γούτσος, Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά (συλλογικό έργο), εκδόσεις Σαΐτα, στο άρθρο από τον Νικόλαο Τσερέ, Η λειτουργία των υποκοριστικών στην προφορική ομιλία, 2014)”
“Μέσα από τη λεξικοποίηση της φράσης «τα ξέρω όλα» προέκυψε η λέξη ξερόλας, καθώς η αρχική έκφραση παγιώθηκε στη χρήση ως ενιαίο ουσιαστικό με ιδιάζουσα σημασία.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.