Meaning of λεβεντο- | Babel Free
/le.ven.do/Ορισμοί
- το λεβέντης ως πρώτο συνθετικό
- που εκφράζει την ιδιότητα της λεβεντιάς, του ηρωισμού, της ομορφιάς για το δεύτερο συνθετικό
- σε αντικειμενικά σύνθετα, ως αντικείμενο του δεύτερου συνθετικού
Παραδείγματα
“λεβεντογυναίκα, λεβεντονιός”
“λεβεντόπαιδο, λεβεντόγερος”
“λεβεντάνθρωπος”
“λεβεντογέννα (που γεννάει λεβέντες)”
“λεβεντοπνίχτρα (που πνίγει λεβέντες)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.