Meaning of λατίνος | Babel Free
/laˈti.nos/Ορισμοί
-
Ρωμαίος ((κυριολεκτικά) ο κάτοικος του Λατίου) demonym
- λατινόφωνος Αμερικανός (ισπανόφωνος, πορτογαλόφωνος)
- Φράγκος (κατά τον Μεσαίωνα)
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Λατίνου)
Παραδείγματα
“(κατ’ επέκταση) (θρησκεία) καθολικός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.