Meaning of λατάκι | Babel Free
Ορισμοί
- ξύλινο τετράγωνο κομμάτι που χρησιμοποιείται στο καλούπωμα (συνήθως για αντιστήριξη του ξυλότυπου συνήθως από ξύλο Ελάτης λόγω των ιδιοτήτων της
-
τενεκεδάκι idiomatic
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.