Σημασία του λαλάω | Babel Free
laˈla.oΟρισμοί
- μιλάω
- κραυγάζω με χαρακτηριστική τρόπο
- κελαηδάω ή κράζω
-
αδυνατώ να κάνω οτιδήποτε familiar, idiomatic
-
τα χάνω, τρελαίνομαι familiar, idiomatic
Παραδείγματα
“Δε μιλάει, δε λαλάει...”
“Χαράματα λάλησε ο κόκορας.”
“(προφορικό. για μουσικό όργανο) ηχώ, βγάζω ήχο, παίζω όργνο”
“Ας λαλήσουν τα όργανα! Ξεκινάει το γλέντι. Λάλα το το κλαρίνο σου, κλαριτζή!”
“Έχω λαλήσει από την κούραση. (είμαι εξοντωμένος)”
“Μην τον ακούς, έχει λαλήσει ο άνθρωπος.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free