Meaning of λαζαρούδι | Babel Free
Ορισμοί
- ειδικό ψωμάκι πλασμένο σε σχήμα ανθρώπου, που φτιάχνεται το Σάββατο του Λαζάρου
- παιδί που τριγυρίζει για να πει σε σπίτια ειδικό τραγούδι για τον Λάζαρο
-
άπειρος, άνθρωπος χωρίς πείρα broadly, dated, figuratively
Παραδείγματα
“Ακόμη, για την ψυχή του Λαζάρου, οι γυναίκες στη Σκύρο και την Κω ζύμωναν το πρωί του Σαββάτου ψωμάκια -τους «λαζάρηδες», τα «λαζαρούδια» ή και «λαζαράκια»- τα οποία ήταν πλασμένα σε σχήμα ανθρώπου και είχαν μέσα στην ζύμη τους μέλι ή καρύδια ή σταφίδες, ανάλογα με το προϊόν του κάθε τόπου. Σύμφωνα με το έθιμο, όποιος δεν έπλαθε τα «λαζαράκια» δεν θα χόρταινε ψωμί. Μάλιστα, στην Κω συνηθιζόταν οι αρραβωνιασμένες κοπέλες να φτιάχνουν ένα «λαζαράκι» σε μέγεθος βρέφους, το οποίο γέμιζαν με καλούδια για να το στείλουν στον αρραβωνιαστικό τους. (*)”
“Το να μη δεχτείς τα Λαζαρούδια, μια φορά το χρόνο που γυρίζουν για να μολογήσουν τα θαύματα του Χριστού, είναι κρίμα απ’ το Θεό, σχεδόν αμαρτία και πάντως γρουσουζιά. (Γιώργος Κοτζιούλας, τα λαζαρούδια)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.