Meaning of Λαζάρους | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό όνομα, αντίστοιχο του Λάζαρος
-
αιτιατική πληθυντικού του Λάζαρος accusative, plural
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο), αντίστοιχο με το ελληνικό επώνυμο Λαζάρου
Παραδείγματα
“άλλη μορφή: Λαζάρους”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.