HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαζαρικά | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. το σύνολο των εθίμων των σχετικών με το Σάββατο του Λαζάρου
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαζαρικό
    accusative, nominative, plural, vocative

Παραδείγματα

“Τα έθιμα σχετικά με την Ανάσταση του Λαζάρου λέγονται «λαζαρικά» και από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαζαρικά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course