Meaning of λαζαρικό | Babel Free
Ορισμοί
- τραγούδι που τραγουδιέται το Σάββατο του Λαζάρου ή την παραμονή
-
λαζαρικά: το σύνολο των εθίμων των σχετικών με το Σάββατο του Λαζάρου plural
Παραδείγματα
“Είναι αυτό που είδε κι έμαθε ο πιο γνωστός «αγγελιοφόρος» από τον Κάτω Κόσμο, ο τετραήμερος Λάζαρος, που, σύμφωνα με ένα κυπριακό «λαζαρικό», «ποτέ του δεν εγέλασε», γιατί «είδε την Κόλαση αυτός, / είδε και τον Παράδεισο». (*)”
“Τα έθιμα σχετικά με την Ανάσταση του Λαζάρου λέγονται «λαζαρικά» και από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.