Meaning of λαβώνω | Babel Free
/laˈvo.no/Ορισμοί
-
πληγώνω, τραυματίζω, κυρίως τρυπάω με βέλος ή άλλο όπλο literally
- «λαβωμένος» τραυματίας, τραυματισμένος
-
σαγηνεύω ερωτικά, προκαλώ ερωτικό πάθος figuratively
-
πληγώνω συναισθηματικά figuratively
Ισοδύναμα
English
wound
Παραδείγματα
“※ 1821 Ἰάκωβος Δραγάτσης, Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888, Ἀνέκδοτα ἱστορικὰ ἔγγραφα πρὸς τοὺς Ὑδραίους, τῇ 16 Μαΐου 1821”
“※ 1898 Γεράσιμος Μαρκοράς, Μικρὰ Ταξείδια (1898), Ζωή, Ὁ Ἐρυθρὸς Σταυρός Στὴ δεσποινίδα Τοῦλα Κοσκινᾶ, χ.η.”
“Λαβώθηκε από τα βέλη του έρωτα.”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.