HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαβώνω | Babel Free

Verb CEFR B1
/laˈvo.no/

Ορισμοί

  1. πληγώνω, τραυματίζω, κυρίως τρυπάω με βέλος ή άλλο όπλο
    literally
  2. «λαβωμένος» τραυματίας, τραυματισμένος
  3. σαγηνεύω ερωτικά, προκαλώ ερωτικό πάθος
    figuratively
  4. πληγώνω συναισθηματικά
    figuratively

Ισοδύναμα

English wound

Παραδείγματα

“※ 1821 Ἰάκωβος Δραγάτσης, Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888, Ἀνέκδοτα ἱστορικὰ ἔγγραφα πρὸς τοὺς Ὑδραίους, τῇ 16 Μαΐου 1821”
“※ 1898 Γεράσιμος Μαρκοράς, Μικρὰ Ταξείδια (1898), Ζωή, Ὁ Ἐρυθρὸς Σταυρός Στὴ δεσποινίδα Τοῦλα Κοσκινᾶ, χ.η.”
“Λαβώθηκε από τα βέλη του έρωτα.”
“→ χρειάζεται παράθεμα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαβώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course