Σημασία του λίρα | Babel Free
ˈli.ɾaΟρισμοί
- χρυσό νόμισμα διαφόρων χωρών
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- νόμισμα (χαρτονόμισμα ή κέρμα) διαφόρων χωρών
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“λίρα στερλίνα”
pound sterling
“τουρκική λίρα”
Turkish lira
“αγγλική λίρα, τουρκική λίρα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free