Meaning of κώλου | Babel Free
/koˈlu/Ορισμοί
- αυτή που έχει μεγάλα οπίσθια
-
γενική ενικού του κώλος genitive, singular
- αισθησιακή χορεύτρια σε νυχτερινό κλαμπ που προσφέρει ερωτικές υπηρεσίες, χορεύτρια σε κωλόμπαρο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.