HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κόλι | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. διοικητική ενότητα, στην οποία οι κάτοικοι όφειλαν να καταβάλλουν συγκεκριμένη φορολογία, υποδιαίρεση του αρματολικίου
    dated

Παραδείγματα

“※ Ο Στέργιος Στορνάρης, αδερφός του Νικολού, είχε για σύζυγό του τη θυγατέρα του Γώγου Μπακόλα από το Ραντοβίζι, ο Γιακωβάκης ο εξάδερφός του είχε για σύζυγο την αδελφή των Κουτελιδαίων από τα Τζουμέρκα, ο Γρηγόρης Λιακατάς, κολιτζής στο κόλι Κλινοβού, είχε τη θυγατέρα του Νικολού Στορνάρη για γυναίκα του, Ευαγγελή. Ο γιος του Νάσιου Μάνταλου, οπλαρχηγού στα Χάσια, είχε τη θυγατέρα του Ζαρκαλή Στορνάρη. Κι έτσι οι τέσσερες αυτές συμπεθεριές έδεναν τους Στορναραίους συγγενικά με το Ραντοβίζι, τα Τζουμέρκα (τα δυο δηλαδή Αρματολίκια), τον Κλινοβό και τα Χάσια. (Νικόλαος Γιαννούλης, Το Αρματολίκι του Ασπροποτάμου κι οι Στορναραίοι, εκδ. Ε.Μ.Ο.Τ. (Εκδρομικός & Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων), Αθήνα 1981, σελ. 39)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κόλι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free