κωλόχαρτο
Ορισμοί
-
χαρτί υγείας familiar, vulgar
-
δυσάρεστο ή άχρηστο έγγραφο figuratively, offensive
Ισοδύναμα
4 more languages
Παραδείγματα
“Ρίχνοντας μέσα της τα κωλόχαρτα, την βούλωσε την λεκάνη…”
“Μου έστειλε πάλι τα κωλόχαρτά της η Εφορία…”
“Αυτά τα κωλόχαρτα τι τα κρατάς; Δεν βοηθάνε…”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free