Meaning of κωλόχαρτο | Babel Free
/koˈloxaɾto/Ορισμοί
-
χαρτί υγείας familiar, vulgar
-
δυσάρεστο ή άχρηστο έγγραφο figuratively, offensive
Ισοδύναμα
English
toilet paper
Παραδείγματα
“Ρίχνοντας μέσα της τα κωλόχαρτα, την βούλωσε την λεκάνη…”
“Μου έστειλε πάλι τα κωλόχαρτά της η Εφορία…”
“Αυτά τα κωλόχαρτα τι τα κρατάς; Δεν βοηθάνε…”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.