Meaning of κωλυσιεργήσω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
- θα κωλυσιεργήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κωλυσιεργώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.