Meaning of κωδικός πρόσβασης | Babel Free
Ορισμοί
εν συντομία κωδικός: ακολουθία συμβόλων πληκτρολογίου συσκευής, γνωστή μόνο από συγκεκριμένο κάτοχο ενός ονόματος χρήστη (username), που του επιτρέπει την σύνδεση σε υπολογιστή ή τερματικό και γενικότερα την είσοδό του σε περιορισμένο για άλλους εικονικό ή πραγματικό χώρο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Μπορείτε να αποκτήσετε ηλεκτρονικά κωδικούς πρόσβασης TAXISnet, έτσι ώστε να έχετε πρόσβαση στις φορολογικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ καθώς και σε ένα πλήθος υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης.”
“※ Χρησιμοποιείτε πάντοτε ισχυρούς κωδικούς πρόσβασης που συνδυάζουν κεφαλαία με πεζά γράμματα, αριθμούς και σύμβολα. Οι απλοί κωδικοί πρόσβασης δεν συνδυάζουν αυτά τα στοιχεία. Ισχυρός κωδικός πρόσβασης: Y6dh!et5. Απλός κωδικός πρόσβασης: House27.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.