Meaning of κρουνός | Babel Free
/kɾuˈnos/Ορισμοί
- βρύση που τοποθετείται συνήθως σε δρόμους για την παροχή μεγάλων ποσοτήτων νερού σε έκτακτες περιπτώσεις (π.χ. πυρκαγιές)
- ανδρικό επώνυμο
-
αφθονία παροχών figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.