Meaning of κροσέ | Babel Free
/kɾoˈse/Ορισμοί
- βελόνα για πλέξιμο με γυριστή / αγκιστρωτή απόληξη
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
ο τρόπος πλέξης που γίνεται με τέτοια βελόνα ή (συνεκδοχικά) το πλεκτό που πλέκεται έτσι broadly
-
είδος πυγμαχικού χτυπήματος figuratively
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.