Meaning of κροκοδειλάκι | Babel Free
Ορισμοί
- μικρός σε μέγεθος ή ηλικία κροκόδειλος
- σαύρα της ελληνικής υπαίθρου (Stellagama stellio συνώνυμο του Laudakia stellio)
-
μικρό αντικείμενο που αναπαριστά κροκόδειλο figuratively
- κλιπσάκι που έχει οδοντώσεις το οποίο χρησιμοποιείται για προσωρινή σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος (από το αγγλικό: crocodile clip)
Ισοδύναμα
English
alligator clip
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.